διαφορητικός

διαφορ-ητικός, ή, όν,
A promoting perspiration, etc., Antyll. ap. Orib.6.21.30: [comp] Comp., Dsc.1.30.
2 capable of dispersing, discutient,

δύναμις δ. οἰδημάτων Id.4.112

, cf. Gal.13.925.
3 perspiring, Cael.Aur.CP2.36.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • διαφορητικός — promoting perspiration masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαφορητικός — ή, ό (Α διαφορητικός, ή, όν) αυτός που προκαλεί διαφόρηση*, εφίδρωση αρχ. 1. αυτός που διασκορπίζει («δύναμις διαφορητικὴ οἰδημάτων», Διοσκουρίδης) 2. αυτός που έχει εφίδρωση …   Dictionary of Greek

  • διαφορητικά — διαφορητικός promoting perspiration neut nom/voc/acc pl διαφορητικά̱ , διαφορητικός promoting perspiration fem nom/voc/acc dual διαφορητικά̱ , διαφορητικός promoting perspiration fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαφορητικώτερον — διαφορητικός promoting perspiration adverbial comp διαφορητικός promoting perspiration masc acc comp sg διαφορητικός promoting perspiration neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαφορητικωτάτων — διαφορητικός promoting perspiration fem gen superl pl διαφορητικός promoting perspiration masc/neut gen superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαφορητικωτέρων — διαφορητικός promoting perspiration fem gen comp pl διαφορητικός promoting perspiration masc/neut gen comp pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαφορητικῶν — διαφορητικός promoting perspiration fem gen pl διαφορητικός promoting perspiration masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαφορητικόν — διαφορητικός promoting perspiration masc acc sg διαφορητικός promoting perspiration neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαφορητικώτατα — διαφορητικός promoting perspiration adverbial superl διαφορητικός promoting perspiration neut nom/voc/acc superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαφορητικώτατον — διαφορητικός promoting perspiration masc acc superl sg διαφορητικός promoting perspiration neut nom/voc/acc superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαφορητικαῖς — διαφορητικός promoting perspiration fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.